Ετικέτες

πυρκαγιά 🔥

 

  • αντιπυρικός: Αυτός που αποσκοπεί στην προστασία από τη φωτιά (π.χ., αντιπυρική ζώνη).
  • πυρετός: Η παθολογική αύξηση της θερμοκρασίας του σώματος.
  • πυρκαγιά: Η μεγάλη και καταστροφική φωτιά.
  • πυροσβέστης: Ο επαγγελματίας ή εθελοντής που σβήνει φωτιές.
  • πυροσβεστική: Το σώμα κατάσβεσης πυρκαγιών.
  • πυροβολικό / πυροβόλο: Στρατιωτικό σώμα ή όπλο μεγάλου διαμετρήματος.

παγωτό

 παγώνω 

παγωτό 


 

χειρ___

 

χειροποίητο

χειρόγραφο

χειραψία

χειροκροτώ

χοιρινό

χειροτεχνία

χειροκίνητο

χοιροτροφείο

αριστερόχειρας

χοιροστάσιο

χειρούργος

δεξιόχειρας